Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016


Κι έγινε η θάλασσα

Γέμισε η θάλασσα σταυρούς.

 
Χέρια υψωμένα ζητούν τον ουρανό
παλάμες παιδικές σκάβουν το νερό

-εδώ Θεός, εκεί Θεός, που ’ναι ο Θεός-

διψούν για ουρανό.


Λεπίδες το φως χαράζει
τις τυραννισμένες φλέβες
στο ηλιοβασίλεμα
και βυθίζονται
βυθίζονται
αργά σπαραχτικά
βουλιάζουν
με τα μάτια ορθάνοιχτα
ανοιχτά και άδεια

γιατί κάπου τα ξέχασαν εκεί

στους γκρεμισμένους τοίχους του σπιτιού
στα ακρωτηριασμένα χέρια του πατέρα
στης μάνας το γέλιο το στερνό.

Κι έγινε η θάλασσα κόκκινη
Κι έγινε η θάλασσα μαύρη

η θάλασσα που με γέννησε

θλιβερό νεκροταφείο
νεογέννητων ελπίδων.

 (ανέκδοτο ποίημα)

 

Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

 
                                                                       Θάνατος που με ζει
                                                                       ζωή που με πεθαίνει
                                                                                                                            Λένα Παππά

 
Δε θέλω να θυμάμαι.
Όχι πια.
Από τότε. Ξέρεις εσύ.
 Ξέρεις;

 
Δε θέλω να θυμάμαι.

 
Ερμητικά τα παραθύρια της μνήμης μου τα κλείνω.
Ούτε μια ηλιαχτίδα να μην τρυπώσει από τις γρίλιες.
Για φαντάσου!
Εγώ που πάντα μαζί τους χόρευα και τραγουδούσα σαν παιδί.
Με τις ηλιαχτίδες εννοώ.

Θυμάσαι;
Δε θέλω να θυμάμαι.

 
Τώρα το σκοτάδι μόνο με ανακουφίζει.
Η αφέγγαρη νύχτα.

 
«Ως πότε;» με ρωτάς.

Δε θυμάμαι.

Δε θέλω να θυμάμαι!

 
Μια τάφρος απροσδόκητη και απροσπέλαστη
 χώρισε στα δύο
το γήινό μου χρόνο.

 
Πριν.     Μετά.
Φως.        Σκοτάδι.
Μνήμη.        Λήθη.
 Ζω.          Επιζώ.

 
Κι όμως θυμάμαι…

 
Ό, τι δε θέλησα
κι ακόμη ίσως
δε θέλω.

(Από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του Θεού

 

ΕΚΟΥΣΙΑ ΤΥΦΛΟΤΗΣ
 

Στο αγώνισμα της μονομαχίας/το παν είναι η δική μας εξολόθρευση/Αφού αυτήν έχουμε μεθοδεύσει/απ’ την αρχή με τόσο πάθος
Χλόη Κουτσουμπέλη

 

Περπατώ με βήμα αβέβαιο. Αργό.


Το βλέμμα πίσω μου να στρέψω δεν τολμώ.


Ζάλη ευθύς με πιάνει


και την ισορροπία χάνω.






Μα μήτε μπρος στο βάθος του ορίζοντα κοιτάζω.


Σα να φοβάμαι το κενό


που χάσκει ουρλιάζοντας μπροστά μου.


Το βάδισμά μου του τυφλού ομοιάζει.





«τυφλὸς τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματ᾽ εἶ».


Αυτός είμαι εγώ.





Η επιλογή ήταν εκούσια, καθόλου βεβιασμένη.





Εκείνος τραγικό ήταν πρόσωπο.


Τουλάχιστον δεν ήξερε.




Εγώ;
 
 
 
(Aπό τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του Θεού)

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Η συνταγή της ευτυχίας από το Μικρό Πρίγκηπα ...........


Ο μικρός πρίγκηπας

 
«Ο κόσμος», είπε ο μικρός πρίγκηπας,
«Χώνεται μες στα τρένα, μα πια δεν ξέρει τι ζητάει
Παραδέρνει στη σιωπή και τριγυρνάει».
 
«Οι άνθρωποι του τόπου σου», είπε ο μικρός ο πρίγκηπας
«Δε βρίσκουν ό ,τι ψάχνουν
Όμως τα μάτια είναι τυφλά, πες τους να ψάξουν με την καρδιά».
 
«Αν θες ν’ ακούσεις μια συμβουλή», λέει ο μικρός ο πρίγκηπας,
 
«Ένα λουλούδι και μια πηγή, μια καλημέρα, μια χαραυγή
Ένα αστέρι, μια ηλιαχτίδα, αυτά σου δίνουν ζωή κι ελπίδα».

 

ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟ

 
Η γεύση που αφήνεις στο στόμα
 τελικά γλυκόπικρη.

Κι είχα τόση λαχτάρα να σε δοκιμάσω.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα
αν η γλυκύτητα ή η πικρία βαραίνουν πάνω στο ζυγό.
 
Με ξεγελάει πάντοτε
 αυτή η εξαίσια μυρωδιά σου
που παραδόξως όλες τις αισθήσεις μου πλανεύει.
 
Παρά την αμφίθυμη διάθεση του ουρανίσκου
 
εγώ
 
ξανά και ξανά
εσένα
θα επέλεγα απ’ όλους τους καρπούς.

Εσένα ζωή.

 Πικραμύγδαλό μου.
 
(Από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του Θεού)

Ακολούθησε το παράδειγμα του αετού.........

Ο αετός έκανε φως τις αστραπές στα όρη

 
 
Περνάς σκυφτός και σκοτεινός, στην άβυσσο οδεύεις
Χωρίς φτερά, δίχως μιλιά τις αλυσίδες σέρνεις
Σ’ ένα τσουβάλι κουβαλάς τις μνήμες, τη ζωή σου
Το σήμερα, το αύριο κυρτώνουν το κορμί σου.
 
Κλείνεις τα μάτια, δεν κοιτάς, το φως σου λιγοστεύει
Σαν ίσκιος φεύγεις, προσπερνάς, ο νους σου ταξιδεύει
Βουλιάζεις και αφήνεσαι στης λήθης το πηγάδι
Και τις κραυγές καμώνεσαι πως δεν ακούς το βράδυ.
 
Πού πας; Για πού πορεύεσαι; Σπάσε τα τα δεσμά σου!
Δώσε φωνή στο όνειρο, στα μύχια της καρδιά σου!
Βάλε φτερά και πέταξε, κόψε τις αλυσίδες
Δώσε μορφή στις σκέψεις σου και τις κρυφές ελπίδες.
 
Στήσε χορό στα σύννεφα, ανόσιο γλεντοκόπι
Του ήλιου και του κεραυνού άδραξε τη φωτιά
Ντύσου το φέγγος τ’ ουρανού και πάρε τ’ ανηφόρι
 Ο αετός έκανε φως τις αστραπές στα όρη!

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Γιάννης Ρ'ιτσος, Μονόχορδα

Γιάννης Ρίτσος, Μονόχορδα

 
 
 
Καλό προσωπείο σε δύσκολους καιρούς ο μύθος. [41]
 
 
 
Ανάβω στίχους να ξορκίσω το κακό που πλάκωσε τη χώρα. [202]
 
 
 
Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος. [286]
 
 
 
Αν δε μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σα να μην το 'χω. [150]
 
 
 
Σβήνω τον ίσκιο ολόκληρο με τούτο το χρυσό μολύβι. [186]