Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Η συνταγή της ευτυχίας από το Μικρό Πρίγκηπα ...........


Ο μικρός πρίγκηπας

 
«Ο κόσμος», είπε ο μικρός πρίγκηπας,
«Χώνεται μες στα τρένα, μα πια δεν ξέρει τι ζητάει
Παραδέρνει στη σιωπή και τριγυρνάει».
 
«Οι άνθρωποι του τόπου σου», είπε ο μικρός ο πρίγκηπας
«Δε βρίσκουν ό ,τι ψάχνουν
Όμως τα μάτια είναι τυφλά, πες τους να ψάξουν με την καρδιά».
 
«Αν θες ν’ ακούσεις μια συμβουλή», λέει ο μικρός ο πρίγκηπας,
 
«Ένα λουλούδι και μια πηγή, μια καλημέρα, μια χαραυγή
Ένα αστέρι, μια ηλιαχτίδα, αυτά σου δίνουν ζωή κι ελπίδα».

 

ΠΙΚΡΑΜΥΓΔΑΛΟ

 
Η γεύση που αφήνεις στο στόμα
 τελικά γλυκόπικρη.

Κι είχα τόση λαχτάρα να σε δοκιμάσω.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα
αν η γλυκύτητα ή η πικρία βαραίνουν πάνω στο ζυγό.
 
Με ξεγελάει πάντοτε
 αυτή η εξαίσια μυρωδιά σου
που παραδόξως όλες τις αισθήσεις μου πλανεύει.
 
Παρά την αμφίθυμη διάθεση του ουρανίσκου
 
εγώ
 
ξανά και ξανά
εσένα
θα επέλεγα απ’ όλους τους καρπούς.

Εσένα ζωή.

 Πικραμύγδαλό μου.
 
(Από τη συλλογή Εφήμερη στην πένα του Θεού)

Ακολούθησε το παράδειγμα του αετού.........

Ο αετός έκανε φως τις αστραπές στα όρη

 
 
Περνάς σκυφτός και σκοτεινός, στην άβυσσο οδεύεις
Χωρίς φτερά, δίχως μιλιά τις αλυσίδες σέρνεις
Σ’ ένα τσουβάλι κουβαλάς τις μνήμες, τη ζωή σου
Το σήμερα, το αύριο κυρτώνουν το κορμί σου.
 
Κλείνεις τα μάτια, δεν κοιτάς, το φως σου λιγοστεύει
Σαν ίσκιος φεύγεις, προσπερνάς, ο νους σου ταξιδεύει
Βουλιάζεις και αφήνεσαι στης λήθης το πηγάδι
Και τις κραυγές καμώνεσαι πως δεν ακούς το βράδυ.
 
Πού πας; Για πού πορεύεσαι; Σπάσε τα τα δεσμά σου!
Δώσε φωνή στο όνειρο, στα μύχια της καρδιά σου!
Βάλε φτερά και πέταξε, κόψε τις αλυσίδες
Δώσε μορφή στις σκέψεις σου και τις κρυφές ελπίδες.
 
Στήσε χορό στα σύννεφα, ανόσιο γλεντοκόπι
Του ήλιου και του κεραυνού άδραξε τη φωτιά
Ντύσου το φέγγος τ’ ουρανού και πάρε τ’ ανηφόρι
 Ο αετός έκανε φως τις αστραπές στα όρη!

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Γιάννης Ρ'ιτσος, Μονόχορδα

Γιάννης Ρίτσος, Μονόχορδα

 
 
 
Καλό προσωπείο σε δύσκολους καιρούς ο μύθος. [41]
 
 
 
Ανάβω στίχους να ξορκίσω το κακό που πλάκωσε τη χώρα. [202]
 
 
 
Τι ήσυχα που γκρεμίζεται μέσα στην ποίηση ο χρόνος. [286]
 
 
 
Αν δε μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σα να μην το 'χω. [150]
 
 
 
Σβήνω τον ίσκιο ολόκληρο με τούτο το χρυσό μολύβι. [186]


 

Το φως το ανέσπερον


ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΝΕΣΠΕΡΟΝ

 

Μόνος μου απέλπισα το θάνατο.

Οδυσσέας Ελύτης

 

Ο κόσμος μου ήταν φως.

Μια μαχαιριά στη ροή του χρόνου.

Πληγή βαθιά στο σώμα του ερέβους.

Τώρα πια κατεβαίνω στον Άδη νικητής

 κι ας είμαι ο ηττημένος.

 

H γέννηση του ποιητή


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

 

Ο ποιητής των νεφών  και των κυμάτων κοιμάται μέσα μου.

Οδυσσέας Ελύτης

  

Η θάλασσα είναι αναμαλλιασμένη

κι ο ουρανός ντύθηκε το πένθιμο κοστούμι του. Το μαύρο.

Το φεγγάρι το μαχαίρωσαν και φίμωσαν το φως του.

Λικνίζεται το αύριο σε σαπισμένη αιώρα πάνω απ’ το χάος της αβύσσου.

 

Ήρθε η ώρα να μιλήσω.

Να γεμίσω το κενό με λέξεις. Να χρωματίσω τις λέξεις με φως.

Να συντρίψω την πέτρα του αβέβαιου.

 

Φωλιάζει μέσα μου ετοιμόγεννη η σπορά του ήλιου.

Καίει τα σωθικά μου. Από παιδί…

Δεν υπομένω πια.

 

Ήρθε η ώρα να μιλήσω.

Τώρα που πάγωσε το αίμα των ανθρώπων. Που βυθίστηκε στη νύχτα.

Ήρθε η ώρα να γεννήσω τη φωτιά.

Να αλώσω το σκοτάδι.

Να σώσω και να σωθώ

καίγοντας τη φθορά

θριαμβευτής στο σώμα του θανάτου.

 

Ήρθε η ώρα να μιλήσω.

Ο  αλαφροΐσκιωτος ποιητής.

Εγώ.

Ύβρις

ΥΒΡΙΣ


Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλά μου χωρίς να πιω ούτε μια στάλα. Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Γιώργος Σεφέρης


Και πάλι βγαίνει αργόσυρτο, νωθρό το νέο φεγγάρι. Νυχτώνει.
Πού ταξιδεύεις τώρα πια με σπασμένα τα κατάρτια; Ποια θάλασσα γυρεύεις; Ποια στεριά;
Ποιον έναστρο ουρανό;
Σε τύλιξαν τα ερέβη. Σε κατατρόπωσε η στρατιά του χρόνου.
Έργο καταραμένων ποιητών η ζωή σου. Πίνακας βαθυστόχαστων, ρομαντικών ζωγράφων.
Πού είναι τα μαργαριτάρια και τα κοράλλια και τα πολύχρωμα, γυαλιστερά κοχύλια;
Οι θησαυροί σου οι ακριβοί πού είναι;

Έλεγες,  αγναντεύοντας του ορίζοντα τα βάθη: « Είναι νωρίς ακόμα… Θε να’ ρθεί πιο λαμπερή πραμάτεια».
Πάντα περίμενες το γύρισμα της μέρας. Το αύριο ο προορισμός σου. Το βλέμμα σου πάντα εκεί στραμμένο. Το εφήμερο εκοίταζες με υπεροψία.
Μα οι θεοί δε συγχωρούν την ύβρη….

Τώρα τα μάτια σου θολά. Νύχτα βαθιά εντός σου.
Και τόσες θάλασσες… Τόσοι ουρανοί… Κι ένα τέτοιο φως…
Πώς τ’ άφησες να σε προσπεράσουν….
Συντρίμμια οι γραμμές των οριζόντων.
Πώς έχτισες πάνω στην άμμο;

Τώρα βυθίζεσαι στην πέτρα.
Κάτι ήξερε ο ποιητής……